Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

Deseo - Vertigo *


Λίγες μέρες απομένουν μέχρι την 25η Γενάρη.
Ο ελληνικός λαός θα έχει την ευκαιρία να δηλώσει τη βούληση του για το αύριο της Πατρίδας μας, αλλά με τη βοήθεια των ΜΜΕ στην επικαιρότητα κυριαρχεί η επαναφορά των σεναρίων περί μονομερών ενεργειών της επερχόμενης κυβέρνησης Τσίπρα και ενός πιθανού –στα όρια της βεβαιότητας για τους διακινητές του σεναρίου- Grexit.
Στην πλειοψηφία τους τα συστηματικά μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν ως επικίνδυνη για την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας την κυβέρνηση Τσίπρα και προδικάζουν, εξυπηρετώντας καταφανώς και απροκάλυπτα, τα συμφέροντα των Γερμανών δανειστών που μαζί με την κυβέρνηση Σαμαρά- Βενιζέλου (με την πολύτιμη αρχική συμβολή του Κουβέλη και της κατά τα άλλα αριστερής – και ήδη ανύπαρκτης  ΔΗΜΑΡ), έχουν μετατρέψει την Ελλάδα σε αποικία χρέους και γερμανικό προτεκτοράτο.
Με τη στάση τους αυτή τα ειδικού σκοπού μέσα ενημέρωσης, αφ’ ενός επιχειρούν να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, τα οποία βλέπουν να κινδυνεύουν, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ, δια στόματος Αλέξη Τσίπρα, έχει δεσμευθεί ότι η κυβέρνησή του θα επαναπροκηρύξει τις συχνότητες των τηλεοπτικών σταθμών εθνικής εμβέλειας, αφ’ ετέρου εξυπηρετούν τη γερμανική στόχευση για ολοκλήρωση του σχεδίου πλήρους μετατροπής της Ελλάδας σε Ειδική Οικονομική Ζώνη (Ε.Ο.Ζ.), στην οποία δεν θα ισχύει η ευρωπαϊκή, αλλά ούτε και η εθνική, νομοθεσία, αφού οι επιχειρήσεις σε αυτές τις ζώνες λειτουργούν υπό ειδικό νομοθετικό πλαίσιο. Παραδείγματα έχει πλείστα όσα να μας επιδείξει η Μαύρη Ήπειρος.

Ενδεικτική είναι η πρόσφατη δήλωση του Ευρωπαίου Επιτρόπου Οικονομικών Υποθέσεων, Πιέρ Μοσκοβισί, ο οποίος παραδέχεται ότι οι χώρες που έχουν υπαχθεί σε μνημόνια αποτελούν «ειδικές οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές ζώνες», στις οποίες δεν ισχύει το ευρωπαϊκό δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Συγκεκριμένα, στην απάντησή του σε ερώτηση ευρωβουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει:
«Το μνημόνιο συνεννόησης δεν αποτελεί πράξη της Ε.Ε., αλλά πράξη που συμφωνήθηκε διμερώς μεταξύ της Ελλάδας και των δανειστών της. (...) Κατά την εφαρμογή μέτρων στο πλαίσιο μιας τέτοιας διακυβερνητικής ρύθμισης, οι αρχές του οικείου κράτους μέλους δεν εφαρμόζουν το δίκαιο της ΕΕ. (…) «επαφίεται συνεπώς στις εθνικές κυβερνήσεις να διασφαλίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα με βάση την εθνική τους νομοθεσία και τις διεθνείς τους δεσμεύσεις.»
Εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά χωρίς δικαιώματα Ευρωπαίου, επειδή έτσι συμφώνησαν οι Κυβερνήσεις των ετών 2009-2014. Παραδοξότητα εν τη γενέσει, αφού οι δήθεν κραυγές αγωνίας των ΜΜΕ αναφέρονται σε δεινά, τα οποία θα προκύψουν «εάν βγούμε», ενώ εν τοις πράγμασι είμαστε «έξω» ως πολίτες.
Ποια όμως είναι εν τέλει η γερμανική στόχευση, αφού θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ελληνική στόχευση δεν υφίσταται μέχρι και την 25η Ιανουαρίου;
Περιορίζεται μόνο στην απαίτησή της για συνέχιση της ίδιας εθελόδουλης και προδοτικής πολιτικής, στην αποπληρωμής του Χρέους στο ακέραιό του και στην ιδιοποίηση του εθνικού μας πλούτου, ή στοχεύει σε κάτι περισσότερο ώστε να ολοκληρωθεί το σχέδιο της για μετατροπή της Χώρας μας από αποικία χρέους σε γερμανικό προτεκτοράτο στην άκρη της Ευρώπης, «ορμητήριο» για την έξοδό της προς την Νότο;
Να θυμίσουμε ότι αυτός ήταν ο λόγος του Πρώτου και του Δεύτερου παγκοσμίου Πολέμου.
Να θυμίσουμε ότι και τότε οι Γερμανοί συσσώρευαν χρυσό.
Να θυμίσουμε και την Ιερά Συμμαχία προ της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, και να δούμε τρομακτικές ομοιότητες με το σήμερα.
Μέχρι σήμερα η Γερμανία έχει καταφέρει να επιβάλει τις επιλογές της δια των κυβερνήσεων της τελευταίας πενταετίας, οι οποίες με κάθε αντιδημοκρατικό και αντισυνταγματικό μέσο, με τις πάνω από 50 πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και τα απεριόριστα προεδρικά διατάγματα, κατάργησαν την νομοθετική λειτουργία και άσκησαν την εκτελεστική προχωρώντας σε μονομερείς ενέργειες και επιβάλλοντας τις αποφάσεις της τρόικας –ενός υβριδικού κατά τον κο Βενιζέλο μορφώματος που δεν προβλέπεται από καμία ευρωπαϊκή συνθήκη – στην εκλεγμένη από τον ελληνικό λαό Βουλή.
Τι έχει ακόμη να πετύχει η Γερμανία για την υλοποιήσει τους σκοπούς της;
Σε προηγούμενο άρθρο μας με τίτλο «Η ψευδαίσθηση της διαπραγμάτευσης και ο γερμανικός στόχος» είχαμε υποστηρίξει ότι «Εθνικό νόμισμα παράλληλα με το ευρώ θέλουν οι Γερμανοί για την Ελλάδα, αφού έτσι τους λύνει πολλά προβλήματα και δεν τους στερεί τη δυνατότητα, σύμφωνα με τις υπογεγραμμένες δανειακές συμβάσεις, είσπραξης του δημοσίου χρέους σε ευρώ ή, ακόμη χειρότερα, είσπραξής του σε «είδος» με αποφάσεις των δικαστηρίων του Λουξεμβούργου για αναγκαστικές κατασχέσεις σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο.
Μέχρι την προκήρυξη των εκλογών, το σχέδιο της Γερμανίας
α) για μη διαγραφή του δημοσίου χρέους, το οποίο, από ιδιωτικό που ήταν, η υποτελής κυβέρνηση φρόντισε να το μετατρέψει σε διακρατικό υπό αγγλικό μάλιστα δίκαιο δεσμεύοντας ακόμη περισσότερο τη Χώρα στη μέγκενη των δανειστών,
β) για μη διεκδίκηση των γερμανικών επανορθώσεων, και
γ) για επιβολή διπλού νομίσματος στην Ελλάδα με όχημα υλοποίησής του την κυβέρνηση Σαμαρά –Βενιζέλου,
δεν προχώρησε μόνο κατά το τρίτο σκέλος.
Γι’ αυτό τώρα, εν μέσω προεκλογικής περιόδου, επαναφέρουν δια των ελεγχόμενων μέσων ενημέρωσης το σενάριο του Grexit και απειλούν ανοιχτά με έξοδο-αποπομπή της Ελλάδας από την ζώνη τού Ευρώ και επιστροφή σε εθνικό νόμισμα -προβάλλοντάς το μάλιστα ως την μόνη απάντηση στην πρόθεση της κυβέρνησης Τσίπρα να μην υποκύψει στους εκβιασμούς των δανειστών κατά την διαπραγμάτευση που θα γίνει - ώστε να ελέγξουν προκαταβολικά το πλαίσιο των επερχόμενων διαπραγματεύσεων αποπροσανατολίζοντας τη συζήτηση.

Σε μια απροκάλυπτα προκλητική του δήλωση ο Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας δια του εκπροσώπου του (ούτε καν ο ίδιος, αλαζών καθώς είναι), αναφερόμενος στα κατοχικά χρωστούμενα από τους Γερμανούς, δήλωσε: «Δεν υπάρχει βάση για τέτοια αιτήματα» και πρόσθεσε: «Πιστεύουμε ότι σχεδόν 70 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, το αίτημα για αποζημιώσεις έχει χάσει την εγκυρότητά του».

Αν όμως οι συζητήσεις δίνουν και παίρνουν και φτωχοί και φτωχοποιημένοι έλληνες πολίτες αναρωτώνται από ποιο νόμισμα θα είναι άδεια η τσέπη τους, οι συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν προβλέπουν μηχανισμό εξόδου από το κοινό νόμισμα. Ως εκ τούτου καμία δυνατότητα εξόδου μιας Χώρας, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, δεν υπάρχει, είτε αυτό είναι επιθυμία κράτους μέλους της Ε.Ε. πχ Γερμανίας, είτε και αν ακόμη είναι επιθυμία της ίδιας της Ελλάδας.
Αντ’ αυτού το άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας προβλέπει στην παράγραφο 1 τη δυνατότητα μιας χώρας μέλους της Ε.Ε. να αποχωρήσει οικιοθελώς, με δική της αποκλειστικά βούληση, από την Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της, αξιοποιώντας τους κανόνες του δικού της Συντάγματος.
Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου το κράτος μέλος που αποφασίζει να αποχωρήσει θα πρέπει να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ώστε να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις με την Ένωση και συναφθεί μια συμφωνία αποχώρησης με όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 3 «οι Συνθήκες παύουν να ισχύουν στο εν λόγω κράτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας αποχώρησης ή, ελλείψει τέτοιας συμφωνίας, δύο έτη μετά την κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2».
Ερμηνεύοντας τα πρόδηλα προκύπτει ότι δεν υφίσταται ζήτημα αποπομπής της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, εκτός και αν η ίδια η Ελλάδα αιτηθεί την αποχώρησή της κάτι που δεν είναι στις προθέσεις κανενός κόμματος του Εθνικού Κοινοβουλίου –πλην βεβαίως του «άσφαιρου» ΚΚΕ που, με δεδομένη την δηλωμένη πρόθεσή του να μην συμμετάσχει σε καμία κυβέρνηση συνεργασίας, δεν θα αποκτήσει ποτέ την δυνατότητα να αποπειραθεί να θέσει τη Χώρα εκτός Ε.Ε.
Με την στρατηγική που ακολουθούν οι γερμανοί εταίροι μας, επιδιώκουν κατά πρώτον να ορίσουν στα μέτρα τους το πλαίσιο της επερχόμενης διαπραγμάτευσης με την μελλοντική κυβέρνηση Τσίπρα, αποφεύγοντας όποια συζήτηση για τις γερμανικές επανορθώσεις και τη διαγραφή του Χρέους και κατά δεύτερον να την εκβιάσουν να αναγκαστεί να αποδεχθεί την υιοθέτηση διπλού νομίσματος ως μέτρο ανάκαμψης της οικονομίας και προϋπόθεση ολοκλήρωσης της διαπραγμάτευσης για τη διαγραφή του Χρέους, η οποία θα ολοκληρωθεί εν ευθέτω χρόνο, αφού πρώτα οργανωθεί η περίφημη επιτροπή λογιστικού ελέγχου για τον επακριβή προσδιορισμό του, ώστε στη συνέχεια να συναποφασιστεί το ύψος του τυχόν κούρεματός του, δηλαδή η τρίτη, τέταρτη ή πέμπτη πτώχευση της Χώρας.
Με τον τρόπο αυτό προσδοκούν να πετύχουν από τη μία τον στόχο του διπλού νομίσματος, τον οποίο δεν κατάφεραν μέχρι σήμερα να πραγματοποιήσουν, και από την άλλη να βάλουν στις καλένδες την διαγραφή του Χρέους, αφού η όποια συζήτηση όταν ξεκινήσει θα τραβήξει εις μακρόν πετυχαίνοντας να παγιωθεί μια πραγματικότητα διπλού νομίσματος, ώστε στη συνέχεια να επικαλεστούν ως νομικό και διαπραγματευτικό επιχείρημα την δύναμη του πραγματικού, να ισχυριστούν, δηλαδή, ότι ό,τι έγινε, καλώς ή κακώς, έγινε, αλλά επί του πραγματικού θα πρέπει να διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις.
Με δεδομένη την καλλιεργούμενη φοβία που διακατέχει τους Έλληνες για έξοδο από το ευρώ και επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, φοβία που τεχνικά δημιουργήθηκε λόγω τόσο της απροθυμίας όλων των πολιτικών κομμάτων να συζητήσουν ως εναλλακτική υπόθεση εργασίας την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος ως πιθανού μέσου διεξόδου από την κρίση (να θυμίσουμε ότι η Κυπριακή Βουλή σύστησε επιτροπή για την εκπόνηση ενός τέτοιου σχεδίου, χωρίς να θεωρηθεί ότι αυτό αποτελεί δηλωμένη πρόθεση της να φύγει από την οικογένεια του ευρώ) όσο και της επί σκοπώ ελλιπούς πληροφόρησης του ελληνικού Λαού από τα συστημικά μέσα ενημέρωσης για την αδυναμία εξόδου μιας Χώρας μέλους της ΕΕ από τη ζώνη του ευρώ, η προοπτική τού διπλού νομίσματος φαντάζει επικοινωνιακά ως η ενδεδειγμένη, αφού θα ικανοποιηθεί από την μια η αγωνία του ελληνικού λαού για παραμονή στην ευρωζώνη, ενώ από την άλλη θα επιτευχθεί ο στόχος της γερμανικής κυβέρνησης για «φθηνό» παράλληλο νόμισμα για τις εγχώριες συναλλαγές (με ό,τι αρνητικό αυτό συνεπάγεται για την Χώρα).

Είναι όμως το διπλό νόμισμα η καλύτερη δυνατή λύση για τον μέλλον του Λαού μας ή μήπως είναι η καλύτερη δυνατή λύση για τα συμφέροντα των γερμανών στο γερμανικό προτεκτοράτο τους;

Είναι μήπως η παραμονή μας στο ευρώ η καλύτερη δυνατή λύση για το μέλλον της Πατρίδας μας ή μήπως η καλύτερη λύση είναι η συντεταγμένη και με σχέδιο υιοθέτηση εθνικού νομίσματος;
Είναι τελικά ρεαλιστικό το ερώτημα «ευρώ ή εθνικό νόμισμα» υπό το πρίσμα του άρθρου 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας ή η όλη συζήτηση υπό τις παρούσες συνθήκες εξυπηρετεί τα γερμανικά συμφέροντα για υιοθέτηση παράλληλου του ευρώ νομίσματος εντός της ελληνικής επικράτειας;
Είναι προς όφελος της Γερμανίας και της αποφυγής εκπλήρωσης της αδιαμφισβήτητης υποχρέωσής της για καταβολή των πολεμικών επανορθώσεων προς την Ελλάδας η διακίνηση των σεναρίων περί Grexit ή όχι;
Είναι προς το συμφέρον της Γερμανίας να έχει η Ελλάδα ευρώ ή είναι προς το συμφέρον της να έχει εκτός από ευρώ και εσωτερικό παράλληλο νόμισμα; (Δοκίμασε στο παρελθόν, σύμφωνα με τα όσα έχει πει ο κος Βενιζέλος, να εξαγοράσει την έξοδο της Χώρας από την ΕΕ -και κατά συνέπεια από το Ευρώ- χωρίς επιτυχία.)
Αυτό που υποστηρίζουμε είναι ότι, εν όψη της εθνικής διαπραγμάτευσης για την διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του Χρέους, την αποπληρωμή του υπόλοιπου ποσού με ρήτρα ανάπτυξης και μορατόριουμ στην αποπληρωμή των δόσεων πρέπει να είμαστε αποφασισμένοι να «παίξουμε» ισότιμα με την άλλη πλευρά.
Στην διαπραγμάτευση που θα ακολουθήσει, η γραμμή που μπορεί να οδηγήσει σε θετικά για το μέλλον του τόπου μας αποτελέσματα πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά της γραμμής που οι δανειστές προτίθενται να ακολουθήσουν. Διπλωματία στην διπλωματία, εκφοβισμό στον εκφοβισμό, εκβιασμό στον εκβιασμό, λογική στην λογική.
Στην διαπραγμάτευση που θα ακολουθήσει θα συμμετέχουν δύο μέρη που παρά τα όσα προσπαθούν να μας πείσουν ότι ισχύουν έχουν ένα σημαντικό κοινό χαρακτηριστικό. Είναι και οι δύο –Γερμανία και Ελλάδα- χώρες οφειλέτες. Και για να είμαστε ιστορικά συνεπείς, οφείλει πρώτα η Γερμανία στην Ελλάδα και έπειτα η Ελλάδα στην Γερμανία.
Είναι προς το συμφέρον της Γερμανίας να παρουσιάζει την Ελλάδα ως Χώρα οφειλέτη και εαυτό ως Χώρα δανειστή αλλά δεν είναι αυτή η πραγματικότητα. Γι’ αυτό και η δέσμευση του κου Τσίπρα ότι η κυβέρνησή του θα εγγράψει στον κρατικό προϋπολογισμό τις γερμανικές επανορθώσεις αποκτά εθνική σημασία για τη έκβαση της διαπραγμάτευσης.
Όσοι ασχολούνται με διαπραγματεύσεις –οι έλληνες είμαστε γνωστοί για την δεινότητά μας στο «παζάρι»- γνωρίζουν πολύ καλά ότι βασική προϋπόθεση για να έχει τα θετικά επιδιωκόμενα αποτελέσματα είναι να γνωρίζεις ποιοι είναι οι πραγματικοί στόχοι των δανειστών, ποια είναι τα μέσα που διαθέτουν και διατίθενται να αξιοποιήσουν για να τους επιβάλουν, εκφοβίζοντας και εκβιάζοντας έναν ολόκληρο Λαό.
Όσοι ασχολούνται με διαπραγματεύσεις γνωρίζουν πολύ καλά ότι, όταν πρόκειται να διαπραγματευτείς, δεν ξεκινάς με το πλαίσιο που θέτει η άλλη πλευρά εκβιαστικά, αλλά με το πλαίσιο που εσύ θέλεις για το συμφέρον του Λαού σου.
Όσοι ασχολούνται με διαπραγματεύσεις γνωρίζουν πολύ καλά ότι η συμφωνία που τελικά θα προκύψει δεν θα είναι αποτέλεσμα της καλής διάθεσης των δύο πλευρών που συζητήσανε με πνεύμα κατανόησης και αλληλεγγύης, αλλά θα είναι το αναγκαίο αποδεκτό, και από τα δύο μέρη, «κακό», αφού καθετί διαφορετικό θα οδηγούσε σε δυσβάστακτες απώλειες και για τους δύο με ανυπολόγιστες και απρόβλεπτες συνέπειες για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Σε με διαπραγμάτευση όσο περισσότερο προσπαθούν να σε πείσουν ότι μόνο εσύ έχεις να χάσεις, αν δεν συμμορφωθείς με τις επιταγές τους, τόσο περισσότερο φανερώνεται η αγωνία τους μήπως και δεν αποδεχτείς τη μειονεκτική θέση που σου παρουσιάζουν ότι βρίσκεσαι και η προσπάθειά τους πέσει στο κενό.
Σε μια διαπραγμάτευση, όσο περισσότερα προσπαθούν να σε πείσουν ότι έχεις να χάσεις, αν δεν κάνεις το δικό τους, τόσο περισσότερο αποδεικνύεται η αδυναμία τους να σε πείσουν με ακλόνητα επιχειρήματα για το ότι οι προτάσεις τους είναι επ’ ωφελεία και των δυο μερών.
Εν τέλει, ας αναλογιστούμε ποιος έχει να χάσει πιο πολλά και ποιος να κερδίσει στο δίλημμα «ή όλα ή τίποτα»;

Η κυβέρνηση Τσίπρα που θα προκύψει μετά τις εκλογές, ως φορέας της λαϊκής κυριαρχίας και όχι ως διαχειριστής της εξουσίας, έχει έναν ιστορικό ρόλο να επιτελέσει και έναν ιστορικό σκοπό να εκπληρώσει. Καλείται να διαπραγματευτεί για λογαριασμό όλων των Ελλήνων, για λογαριασμό της Ελλάδας, το μέλλον της Πατρίδας μας και του Λαού μας. Καλείται να αποδείξει εν τοις πράγμασι, με την στάση της, τις επιλογές της και τις αποφάσεις της ότι η Ελλάδα είναι ένα ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος που σέβεται την ιστορία της και την αξιοπρέπεια του Λαού της.

Όσο πιο ισχυρή θα είναι η δύναμη που θα της δώσει ο ελληνικός λαός με την ψήφο του στις προσεχείς εκλογές, τόσο πιο ισχυρή θα είναι η διαπραγματευτική της θέση, για να ανατρέψει τις εφαρμοζόμενες αντεθνικές πολιτικές.
Οι εκλογές όμως, ως γνωστόν, αποτελούν την ύψιστη δημοκρατική διαδικασία και η βούληση του ελληνικού λαού πρέπει να είναι απόλυτα σεβαστή. Τυχόν αδυναμία του κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση για να υλοποιήσει ανεμπόδιστα το πρόγραμμά του και να διαπραγματευτεί με επιτυχία με τους εταίρους μας για διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του Χρέους δεν σημαίνει ότι μπορεί να είναι λόγος για «εκπτώσεις» στην διαπραγμάτευση, για επαναδίπλωση στις επιδιώξεις της, για υπαναχώρηση.
Υπάρχει πάντα η δυνατότητα, στην περίπτωση που εκβιαστικά στερηθεί της δυνατότητας πλήρους υλοποίησης του προεκλογικών δεσμεύσεων της, η εκ νέου προσφυγή στην ετυμηγορία του ελληνικού λαού, η εκ νέου προσφυγή στις κάλπες.
Στην Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Η Δημοκρατία δεν εκβιάζεται. Με γνώμονα το εθνικό συμφέρον, η μελλοντική κυβέρνηση Τσίπρα κρατά στα χέρια την τύχη της Ελλάδας, αφού με νέες εκλογές θα έχει την ιστορική δυνατότητα να ξεκινήσει την αναθεώρηση του Συντάγματος, μέσω της οποίας θα διασφαλιστεί ότι η Πατρίδα μας, όπως και στους δύο προηγούμενους παγκόσμιους πολέμους, δεν θα γίνει ποτέ γερμανικό προτεκτοράτο.
Αλήθεια πολεμούσαμε με τα θεριά αυτά τα έξι χρόνια που πέρασαν;
Αλήθεια ήταν αδύνατον να γίνει αλλιώς;
Αλήθεια υπέστημεν ιστορικές ήττες σε προσωπικό, κοινωνικό και εθνικό επίπεδο, αν και είχαμε την καλύτερη δυνατή εκπροσώπηση;
Αλήθεια μετήλθαμε όλα μας τα όπλα;
Στις 26 θα δούμε την αλήθεια
Δεν ξεχνώ. Δεν συγχωρώ. Δεν σιωπώ.



Υ.Γ.:
1. Any Member State may decide to withdraw from the Union in accordance with its own constitutional requirements.

2. A Member State which decides to withdraw shall notify the European Council of its intention. In the light of the guidelines provided by the European Council, the Union shall negotiate and conclude an agreement with that State, setting out the arrangements for its withdrawal, taking account of the framework for its future relationship with the Union. That agreement shall be negotiated in accordance with Article 218(3) of the Treaty on the Functioning of the European Union. It shall be concluded on behalf of the Union by the Council, acting by a qualified majority, after obtaining the consent of the European Parliament.

3. The Treaties shall cease to apply to the State in question from the date of entry into force of the withdrawal agreement or, failing that, two years after the notification referred to in paragraph 2, unless the European Council, in agreement with the Member State concerned, unanimously decides to extend this period.

4. For the purposes of paragraphs 2 and 3, the member of the European Council or of the Council representing the withdrawing Member State shall not participate in the discussions of the European Council or Council or in decisions concerning it.

A qualified majority shall be defined in accordance with Article 238(3)(b) of the Treaty on the Functioning of the European Union.

5. If a State which has withdrawn from the Union asks to rejoin, its request shall be subject to the procedure referred to in Article 49.



Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...