Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Ξανά την Κυριακή *



Κυριακή σήμερα.
Θα φάμε πάλι στης μάνας. Λιμάνι φιλόξενο το πατρικό μας, τόπος συνάντησης της ευρύτερης οικογένειας. Από τότε που παντρευτήκαμε τα αδέρφια, κάθε Κυριακή τρώμε εκεί, όλοι μαζί. Είναι ευκαιρία να μας βλέπουν, να βλέπουν τα παιδιά, να βλεπόμαστε και εμείς οι μεγάλοι. Με τις δουλειές μες τη βδομάδα «μας έχουν φάει οι δρόμοι», κατά πώς λέει η μάνα. Πού χρόνος για επισκέψεις, ούτε τηλέφωνο δεν προλαβαίνουμε... Δεν παραπονιέται όμως ποτέ η μάνα. Καταλαβαίνει αν και «η ψυχή της το ξέρει», όπως έλεγε η γιαγιά τρανή.
Μαγειρεύει ωραία η μάνα. Νόστιμα τα φαγητά της, όλο αγάπη φτιαγμένα, αλλά...δεν μου αρέσουν όλα.
Πριν καιρό είχε αρχίσει το κακό. Μεσημέρι καλοκαιριού ήταν. Τα θυμάμαι όλα σαν τώρα.
***
«Σας έχω ετοιμάσει κάτι ξεχωριστό για να σας ευχαριστήσω», είπε πριν σερβίρει.
Για μένα το έκανε, το ξέρω. Πάντα με πρόσεχε περισσότερο από τους άλλους, πάντα φρόντιζε να έχω ό,τι τραβάει η ψυχή μου. Τώρα που μεγάλωσα προσπαθεί να το κάνει διακριτικά, χωρίς να δίνει στόχο και χωρίς φυσικά πάντα να το πετυχαίνει. Όλοι την έχουν καταλάβει. Όλοι το έχουμε καταλάβει αλλά κάνουμε τους ανίδεους. Την αγαπάμε και δεν θέλουμε να την στεναχωρήσουμε, βλέπεις. Την αγαπάω αν και δεν της το λέω πια. Από τότε που έφυγα από το σπίτι στα δεκαοχτώ και τράβηξα το δρόμο μου, σαν να ξέχασα να εκφράζω με λόγια την αγάπη μου στους γονείς μου.
Σέρβιρε στα πιάτα. Μοσχαράκι λεμονάτο με πιλάφι σε σχήμα βουνού. Το κλασικό κόλπο, που βάζεις το ρύζι στην κούπα του καφέ, το στουμπώνεις για τα καλά και το αναποδογυρίζεις στο πιάτο. Το αγαπημένο παιχνίδι των παιδιών. Περνάνε από πιάτο σε πιάτο με τα αόρατα αεροπλάνα τους και βομβαρδίζουν τους λόφους. «Τρώγεται πιο εύκολα τώρα», λένε μετά.
Μετά τη «δημιουργική καταστροφή» και τα γέλια που ακολούθησαν, το μόνο που ακουγόταν ήταν τα πιρούνια στα πιάτα.
«Σας αρέσει; Είναι νόστιμο;» ρώτησε όλους μας αλλά κοίταζε πάλι εμένα. «Εξαιρετικό» άκουσα την Νίκη να λέει, αλλά η μάνα κοιτούσε ακόμη εμένα. «Πολύ καλό, όπως πάντα» είπε o κυρ Ηλίας. «Δε μετράς εσύ», του αντιγύρισε η μάνα, «είσαι του σπιτιού». «Ξέρεις εσύ το συμφέρον σου», του είπα. «Τι θα έλεγες; Ότι δεν σου αρέσει; Εμείς σε λίγο θα φύγουμε ενώ εσύ θα μείνεις εδώ μαζί της» και χαμογέλασα κλείνοντάς του το μάτι. Αυτό το τελευταίο μάλλον σαν απειλή ακούστηκε αλλά κανείς δεν σχολίασε.
Η μάνα ακόμη με κοίταζε. Περίμενε την απάντησή μου για το φαγητό, αυτό που είχε φτιάξει για χάρη μου.
Φοβήθηκα ότι θα καταλάβαινε πως δεν μου άρεσε. Δεν ήθελα να τη στενοχωρήσω. Συνέχισα να μην λέω τίποτα και να τρώω. Καμιά ευχαρίστηση δεν ένιωθα, καμιά ηδονή. Το έφαγα όμως όλο… σχεδόν με το ζόρι. Είχε έρθει η ώρα της ετυμηγορίας μου. Έπρεπε να πω κάτι και εγώ. Το περίμενε. Ξερόβηξα για να δώσω έμφαση και με σοβαρό αλλά κάπως αδιάφορο ύφος είπα: «Δεν ήταν ό,τι πιο νόστιμο έχω δοκιμάσει μέχρι σήμερα.» Σιωπή απλώθηκε στο τραπέζι ενώ η μάνα συνέχιζε να με κοιτά μέσα στα μάτια περιμένοντας τη συνέχεια. Ήξερε, βλέπεις, ότι έχει και συνέχεια. Και εγώ συνέχισα: «Ίσως το δεύτερο πιάτο που θα δοκιμάσω να είναι πιο νόστιμο» πρόσθεσα τρυφερά. Χαμόγελα απλώθηκαν στο τραπέζι, ικανοποίηση στο πρόσωπο της μάνας. Δεν είπε τίποτα, απλά μού έβαλε δεύτερο.
Το έφαγα όλο και το δεύτερο. Ήταν το ίδιο ...νόστιμο με το πρώτο. Ένιωσα προς στιγμήν ήρωας. Είχα επιτελέσει με επιτυχία το καθήκον μου. Δεν είχε καταλάβει τίποτα.
«Εσύ μάνα, γιατί δεν τρως όλο σου το φαγητό;» είπα προσπαθώντας να τραβήξω από πάνω μου την προσοχή.
Πήγε να μιλήσει αλλά την πρόλαβε o πατέρας. «Δεν την ξέρεις τώρα τη μάνα σου» είπε καθώς έβγαζε επιδεικτικά, όλο καμάρι από την εσωτερική τσέπη του σακακιού το κεχριμπαρένιο κομπολόι του. Του το είχαν κάνει δώρο τα εγγόνια στα εβδομηκοστά του γενέθλιά. «Το κομπολόι ταιριάζει σε έναν παππού γέρο και το κεχριμπάρι σε σένα» του είχαν γράψει στην ευχετήρια κάρτα μαζί με το «να είσαι πάντα καλά και να μας κάνεις δώρα». «Όταν δεν κάνει τις νηστείες της, τρώει από λίγο για να μην την πειράξει το στομάχι της», συμπλήρωσε. Τον κοίταξε άγρια η μάνα. Δεν της άρεσε να της λένε για το φαγητό της. Περισσότερο όμως, πιστεύω, την πείραξε που της είπε για τις νηστείες της. Γι΄ αυτές και αν δεν δεχόταν κουβέντα!
Με κοίταξε και είπε: «Το πιάτο σου εσύ, που έχεις γίνει σαν ντουλάπα». Γελάσαμε όλοι. Δίκιο είχε, αν και ένιωσα περίεργα. Από τη μία θέλει να με ευχαριστεί με το πλούσιο σε γεύση και θερμίδες φαγητό της και από την άλλη να προσέχω τι τρώω για να μην είμαι σαν «ντουλάπα». Τέλος πάντων. Ελληνίδα μάνα βλέπεις. Μοναδικό στην υφήλιο είδος.
*** 
Όπως κάθε Κυριακή έτσι και σήμερα είχε ετοιμάσει μοσχαράκι λεμονάτο με πιλάφι. Εκτυλίχθηκε το ίδιο σκηνικό. Αόρατα αεροπλάνα, βομβαρδισμοί, πιρούνια στα πιάτα, δεύτερο πιάτο…
Σήμερα όμως της μίλησα. Την πήρα παράμερα στο μικρό δωμάτιο που έβλεπε στον δρόμο της παιδικής μου ηλικίας –και να μπορούσε να μιλήσει αυτός ο δρόμος, τι ιστορίες θα είχε να διηγηθεί! Εκεί, λοιπόν, το ξεφούρνισα. Της είπα ότι δεν μου αρέσει και τόσο αυτό το φαγητό παρά το ότι «είσαι η καλύτερη μαγείρισσα του κόσμου». «Κάθε φορά που μου μαγειρεύεις», συνέχισα «ταξίδι είναι στα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας, στην γεμάτη αγάπη και χαρά νιότη μου». Προσπαθούσα να μην την στεναχωρήσω. Δεν έλεγα όμως ψέματα. «Απλά δεν μου αρέσει αυτό το φαγητό», συμπλήρωσα ξερά, μην ξέροντας τι άλλο να πω.
Με κοίταξε γλυκά. «Ούτε εμένα μου αρέσει», είπε. «Ποτέ δεν μου άρεσε. Το έφτιαχνα μόνο και μόνο για να σ’ ευχαριστήσω. Νόμιζα ότι σου αρέσει πολύ. Δύο πιάτα έτρωγες κάθε φορά, πού να το φανταστώ», συμπλήρωσε γελώντας. «Χαζομάρα έκανες τόσο καιρό και δε μίλαγες. Θέλεις να σου ετοιμάσω στιφάδο για την άλλη φορά;» με ρώτησε χωρίς να χάσει χρόνο. «Δεν θέλω να κουράζεσαι, μαμά», είπα. «Θέλω να προσέχεις τον εαυτό σου. Αυτό θέλω μόνο.»
Με κοίταξε γλυκά, χαμογέλασε τρυφερά και είπε: «Αυτό κάνω. Όταν μεγαλώσεις, θα καταλάβεις. Όταν καταλάβεις, θα έχεις μεγαλώσεις».
Την πήρα σφικτά στην αγκαλιά μου αλλά ούτε αυτή την φορά είπα «σ' αγαπώ». Ή μήπως όχι;


*Του Κωνσταντίνου Νάκκα

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...