Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

The Day of the Raising Dead *




Και κάπως έτσι
εντελώς ξαφνικά,
ο χάρτινος κόσμος της πλάνης μας κατέρρευσε.
Το όνειρο της αυταπάτης μας
εφιάλτης έγινε της Ζωής μας.

Ο χρόνος αιφνιδίως σταμάτησε,
να δούμε την πραγματικότητα μάς ανάγκασε.
Άπλωσε το χέρι το αδιέξοδο και μας σκούντηξε,
την αυταπάτη να συνειδητοποιήσουμε μας υποχρέωσε,
στο μαύρο επέβαλε να αντισταθούμε,
δρόμο στο Αύριο άνοιξε.

Της απάθειας οι μάσκες αντέδρασαν,
το πρόσωπό μας αρνούνται πια να καλύψουν.
Η αδιαφορία που την ύπαρξή μας προσέβαλλε,
τον Άνθρωπο μέσα μας τώρα ξυπνά.
Το Μέλλον επιστρέφει στο Σήμερα
δίνει Ζωή και εκδικείται.
Ο φόβος του φόβου μας νικά τη σιωπή.

Να πεισθούμε δεν χρειάζεται.
Ακούμε όλα αυτά που δεν λέγονται.
Όλα αυτά που δεν φαίνονται βλέπουμε.
Καταλαβαίνουμε αυτά που συμβαίνουν,
για Μας, χωρίς Εμάς, από Εμάς.
Όλοι πλέον ξέρουμε.
Το Αύριο, αγριεμένο έρχεται κατά πάνω Τους.

Η Δημοκρατία τους νεκρή κείτεται.
Ζήτω η Δημοκρατία.

                                    «Δημοκρατία» 

Σε κάποιο χωριό της Πρέβεζας, ανήμερα του Αϊ Γιαννιού, εν έτει 2014 και ώρα περί την 5η απογευματινή, κατευθύνομαι με παρέα τη μητέρα μου προς το σχολείο του χωριού, ένα προκάτ κτίσμα από το πάλαι ποτέ, που βρίσκεται πίσω από την εκκλησία και πριν από το κοιμητήριο, 40 μόλις μέτρα από το πατρικό μου.
Τα σημάδια της εγκατάλειψης πάνω του έντονα, δεν θυμίζουν σε τίποτα τις δόξες του παρελθόντος όταν έσφυζε από ζωή καθώς οι μικροί μαθητές πλημμύριζαν τους χώρους του υπό την υψηλή εποπτεία του Πανάγαθου και το άγρυπνο μάτι το ηρωικού δασκάλου με το «βαρύ χέρι».
Εδώ και κάτι δεκαετίες, το σχολείο που έδινε ζωή στο χωριό φιλοξενώντας ό,τι πιο ζωντανό και ελπιδοφόρο για το Αύριο υπήρχε, δεν λειτουργεί απουσία μαθητών και στους χώρους του «φιλοξενεί» από καιρού εις καιρόν τους χωριανούς μου που, όλο και πιο τακτικά πλέον καθώς τα χρόνια περνούν, συγκεντρώνονται εκεί, μετά την εκκλησία, για το τελευταίο - μετά καφέ, κράσου και βρωσίμων - αντίο στους αποδημήσαντες εις Κύριον.
Σήμερα έχει την τιμητική του, όπως συμβαίνει κάθε τέσσερα χρόνια όταν όλο το χωριό παρελαύνει από τις αίθουσές του φορώντας τα καλά του, προκειμένου, όπως διατείνονται, να κάνουν «αυτό που πρέπει» ώστε να εξασφαλιστεί «η συνέχεια του Κράτους» και να γίνει πράξη το ιστορικό πλέον «ανήκομεν εις την Δύσιν». Τώρα, ποιος είναι αυτός ο «Κράτος» και γιατί ανήκει στη «Δύσιν» ποτέ δεν κατάλαβα. Ούτε, επίσης, όσο και αν προσπάθησα, μπόρεσα να καταλάβω γιατί πρέπει να φοράνε τα καλά τους οι συντοπίτες μου για «συνεχιστεί» αυτός και να ανήκει «εις την Δύσιν» του. Ίσως να φοβόντουσαν τον κύριο με τα μπλε που καθόταν στην πόρτα ή τον νεαρό στα χακί που του έκανε παρέα. Παίζει να ήταν το πρώτο face control που συνάντησα ever. Ίσως από την άλλη να είναι αυτό που άκουσα τη θεία Νούλα να λέει στην κόρη της όταν την νουθετούσε να ντυθεί καλά για να πάει στο ειδικού σκοπού σχολείο: «Μωρή, πώς θα πας έτσ’; Φόρ’ τα καλά σ’ μην έχεις καν’ τυχερό, να χαρείς τα νιάτα σ’ και την ομορφιά σ’. Στο ράφ’ θες να μείνς;»
Περάσαμε με την μητέρα την γκρεμισμένη είσοδο, διασχίσαμε την ανθισμένη από τα αγριόχορτα και τις τσουκνίδες αυλή προσέχοντας να μην πατήσουμε τα γυαλιά από τα σπασμένα μπουκάλια, ανεβήκαμε τα δύο σκαλάκια και βρεθήκαμε στον μικρό διάδρομο που οδηγεί στη μεγάλη αίθουσα, την «αίθουσα του θρόνου», όπου διενεργείτο η όλη διαδικασία.
Αυτή την φορά απουσίαζε ο κύριος στα μπλε αλλά και ο νεαρός στα χακί που του έκανε παρέα. Ίσως θεωρήθηκε ντεμοντέ το face control ή κάποιος άλλος λόγος να υπάρχει που δεν μπορώ να σκεφτώ. Μάλλον όμως είναι το πρώτο, γιατί δεν φορούσαμε πια τα καλά μας.
Στην «αίθουσα του θρόνου» δύο άνθρωποι πίσω από ένα μεγάλο μακρόστενο τραπέζι έχουν μπροστά τους ανοιγμένους καταλόγους γεμάτους ονόματα συγχωριανών, πατρώνυμα, αριθμούς ταυτότητας και κάτι άλλους. Έμαθα έπειτα από μια σύντομη αναζήτηση στο Google ότι στις δημοκρατίες τούς αποκαλούν «εκλογικούς καταλόγους» και δεν έχουν σχέση με τα δημοτολόγια.
Αυτό το τελευταίο το έμαθα διαβάζοντας πάλι στο Google ότι τελικά επετράπη η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για την ιδιωτικοποίηση τού νερού στη Θεσσαλονίκη αφού, έπειτα από δικαστική παρέμβαση, χρησιμοποιήθηκαν τα δημοτολόγια και όχι οι εκλογικοί κατάλογοι. Ακόμη βέβαια δεν έμαθα τι διαφορά έχουν οι εκλογικοί κατάλογοι από τα δημοτολόγια ή γιατί δεν επετράπησαν οι πρώτοι ή γιατί δεν απαγορευτήκαν οι δεύτεροι. Όσο και αν έψαξα, το Google δεν ήξερε να απαντήσει. Πρέπει, τελικά, να είμαι από τους λίγους που κατάφεραν να «κολλήσουν στον τοίχο» την απόλυτη μηχανή αναζήτησης. Δεν θέλω να περιαυτολογήσω αλλά δράττομαι της ευκαιρίας να καυχηθώ ότι δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει. Θα αναφερθώ σε κάτι πολύ πρόσφατο για να μην θεωρηθεί ότι ξεθάβω από την ντουλάπα σκελετούς. Δεν έχουν περάσει παρά πολύ λίγες μέρες που η Googleμηχανή δεν μπόρεσε να μου απαντήσει στην ερώτηση για το πού «έβγαζε το παντεσπάνι του» ο κύριος Σταλιάς το χρονικό διάστημα μέσα στην δεκαετία του 2000 κατά το οποίο η δεξιά κυβέρνηση τον είχε εκδιώξει από την εργασία του και μέχρι να τον αποκαταστήσει σε θέση ύψιστης ευθύνης η εθνοσωτήρια σοσιαλιστική κυβέρνηση που έσωσε την Χώρα από βεβαία καταστροφή. Ίσως, τελικά, να πρέπει να γράψω μια επιστολή παραπόνων προς τους δημιουργούς του Google επισημαίνοντας τους ότι ο αλογό-ριθμός τους είναι πλημμύρα. Ίσως, από την άλλη, να κάτσω καλύτερα στα αυγά μου. Σκέφτεσαι να με βάλει στο μάτι το μηχανάκι;
Πού είχαμε μείνει; Α! ναι.
Δύο άνθρωποι λοιπόν μπροστά σε ένα μεγάλο μακρόστενο τραπέζι έχουν μπροστά τους ανοιγμένους καταλόγους γεμάτους ονόματα συγχωριανών, τους κατά Google εκλογικούς καταλόγους.
Δίπλα θρανία στη σειρά κουβαλούσαν στη ράχη τους το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρώπη αποτυπωμένο σε πλήθος χαρτιών με τυπωμένα ονόματα γνωστών-αγνώστων. «Ψηφοδέλτια» είπε ο Google ότι τα λένε. Δεν ρώτησα τίποτα άλλο σχετικό με το θέμα. Δεν ήθελα να τον δυσκολέψω περισσότερο.
Δύο άνθρωποι, λοιπόν, μπροστά σε εκλογικούς καταλόγους, δίπλα στα ψηφοδέλτια, πίσω από δύο μεγάλους διαφανείς πλαστικούς κύβους με μια σχισμή στο πάνω μέρος που ίσα χωρά να περάσει ένας μικρός φάκελος («κάλπη» είπε η μηχανή ότι το λένε), απέναντι από δύο μπλε παραβάν το ένα κολλητά στο άλλο, περίμεναν καρτερικά μήπως και εμφανιστεί «καμιά ψυχή» να σπάσει η μονοτονία της απραγίας, να αρχίσει και πάλι ο χρόνος να κυλά, όλο και πιο κοντά το τέλος της μέρας να φέρει.
Χαιρέτησα ευγενικά, έδωσα την ταυτότητά μου, πήρα μόνος μου ένα ψηφοδέλτιο από κάθε ντάνα, πήρα τον ειδικό υπογεγραμμένο φάκελο από τον δικαστικό αντιπρόσωπο (δεν ξέρω ποιο είναι όνομα και ποιο το επίθετό του), κατευθύνθηκα στο παραβάν, διάλεξα έπειτα από περίσκεψη ένα ψηφοδέλτιο, το δίπλωσα ώστε να χωρά στον φάκελο, το έκλεισα τραβώντας την ειδική ταινία που έχει για να αποκαλυφθεί η κόλλα του (είχα δει ότι γίνεται έτσι στην τηλεόραση γιατί κάποιος είχε μπερδευτεί και το έγλειφε – αμέσως να τον φάνε τον άνθρωπο, τέτοιος φθόνος) και βγαίνοντας από το παραβάν έριξα τον φάκελο στην κάλπη. Αυτό ήταν. Είχα ασκήσει το εκλογικό μου δικαίωμα. Δεν ξέρω αν είναι ένα απλό δικαίωμα ή ύψιστο καθήκον. Γενικά μιλώντας, ο όρος δικαίωμα προσωπικά με φοβίζει. Τα δικαιώματα δεν τα είχες πάντα και πάντα κινδυνεύεις να τα χάσεις. Προτιμώ να το λέω καθήκον. Ναι, αυτή είναι η σωστή λέξη. Καθήκον. Έτσι, για να ξορκίσω το κακό, μήπως και το πιστέψω.


Ο διάλογος που στη συνέχεια διεμήφθη έχει κάπως έτσι:

«Έχει έρθει αρκετός κόσμος μέχρι στιγμής;», ρώτησα τον κύριο Δικαστικό Αντιπρόσωπο.
«150 άτομα μέχρι τώρα αλλά δεν περιμένουμε και περισσότερους» ήταν η απάντηση. Με εντυπωσίασε ο πληροφορία. Πρέπει να είναι πολύ σπουδαγμένος για να μπορεί να το προβλέψει αυτό, σκέφτηκα. «Την προηγούμενη Κυριακή», συνέχισε, «είχαν έρθει όλοι κι όλοι 180».
«15% λιγότεροι» συμπλήρωσα έπειτα από σκέψη. «Δεν είναι και άσχημα για δεύτερη Κυριακή.» Ήταν η σειρά μου να τον εντυπωσιάσω και να κρύψω την αγραμματοσύνη μου κάνοντας την πράξη στο φτερό με το μυαλό μου.
«Ορίστε κύριε, η ταυτότητά σας» είπε και πρόταξε το χέρι του να μου την δώσει κάνοντας το τεράστιο, πανέμορφο ρολόι του να αποκαλυφθεί από το σκουρόχρωμο μανίκι του κουστουμιού του. «Καλά πώς το κουβαλάει αυτό» σκέφτηκα αλλά μάλλον μιλούσε η ζήλια γιατί το δικό μου είναι μια φτηνιάρικη Κινέζικη απομίμηση.
«Ευχαριστώ», ψέλλισα και πήρα την ταυτότητα βάζοντάς την στην πίσω τσέπη του παντελονιού μου.
Κοιτώντας προς την πόρτα της μεγάλης αίθουσας ο κύριος Δικαστικός Αντιπρόσωπος φωνάζει «Κυρία!». Απευθυνόταν στην μητέρα μου. «... Ναι, εσείς. Περάστε!» είπε σχεδόν επιτακτικά δείχνοντας της νοητά το σημείο μπροστά του στο οποίο θα έπρεπε να έρθει.
«Αναστασία την λένε», έσπευσα να τον ενημερώσω. Το είπα πριν έρθει η μάνα για να κερδίσω λίγο ακόμη χρόνο ώστε να προλάβω να τον ρωτήσω αυτό που ήθελα. «Μπορείτε σας παρακαλώ να μου πείτε αν έχετε στις καταστάσεις σας και τη γιαγιά μου;» Η ευγένειά μου, πίστευα, θα τον έκανε να μην αρνηθεί να την αναζητήσει στις καταστάσεις του. Σωστά υπολόγισα.
«Βεβαίως, πώς λέγεται;» απάντησε κοιτώντας με στα μάτια και κρατώντας στα χέρια του τις καταστάσεις.
«Βασιλική Νάκκα».
«Μισό λεπτάκι να δω....» είπε καθώς άρχισε να ψάχνει στην κατάσταση που είχε μπροστά του περνώντας γρήγορα το δάκτυλό του πάνω από τα ονόματα.
«Σας ευχαριστώ για τον χρόνο σας» αντιγύρισα προσπαθώντας να του αποσπάσω την προσοχή από άλλες, διάφορες σκέψεις. Δεν ήθελα να αλλάξει γνώμη. Ήθελα να βρει το όνομα χωρίς να σκέφτεται τίποτα άλλο, χωρίς να προβληματιστεί για τους σκοπούς της ερώτησή μου.
«Ναι, εδώ είναι» είπε. «Νάκκα Βασιλική του Θωμά. Ορίστε» συμπλήρωσε, στρέφοντας την κατάσταση προς το μέρος μου και δείχνοντάς μου το όνομα για να βεβαιωθώ.
«Με την ημερομηνία γέννησης στις αρχές τού προηγούμενου αιώνα;» ρώτησα χαριτολογώντας, σχεδόν αστειευόμενος, θέλοντας να σιγουρέψω ότι βρήκε το σωστό όνομα.
«Ναι, το '17 είναι γραμμένη» είπε μάλλον εντυπωσιασμένος. Εγώ βέβαια την ήξερα την γιαγιά να έχει γεννηθεί το ’14 αλλά, από ότι έλεγε ο πατέρας, τα παλιά χρόνια ο γραμματέας τις έγραφε πιο αργά για να καλοπαντρευτούνε.
«Σωστά, αυτή είναι. Ευχαριστώ.» είπα εμφανώς ικανοποιημένος. Είχα μάθει αυτό που ήθελα, αυτό που χρειαζόμουν. Αυτό που υποπτευόμουν ήταν πραγματικότητα. Πήγα να φύγω καθώς η μητέρα περίμενε δίπλα μου τη σειρά της για να ασκήσει το εκλογικό της καθήκον. Είχα ήδη καθυστερήσει τη διαδικασία.
Κάνοντας έναν γρήγορο υπολογισμό – δεν ήταν δα και δύσκολο για την μόρφωσή του – μου λέει όλος χαμόγελο: «...Να τα εκατοστίσει η γιαγιά.»
«100 χρόνια ζωής…», σκέφτηκα. Δεν είναι και λίγο να ζει κάποιος ένα αιώνα. Γερό σκαρί αυτοί οι παλιοί. Το έλεγε συνέχεια η μάνα μου. «Σας ευχαριστώ» είπα χαμογελώντας με τη σειρά μου. «Έχει όμως ήδη πεθάνει.» Σίγουρα τον έκανα να νιώσει αμήχανα αν και δεν ήταν στις προθέσεις μου. Την αλήθεια του έλεγα.
Σάστισε. «Λυπάμαι» είπε με ξέπνοη φωνή, καταπίνοντας το χαμόγελο που πριν λίγο είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό του. Σίγουρα είχε νιώσει άσχημα για την ευχή που είχε δώσει.
«Μην το σκέπτεστε» είπα προσπαθώντας να τον δικαιολογήσω. «Πώς να το ξέρατε άλλωστε. Ό,τι βλέπετε λέτε» συμπλήρωσα χαμογελώντας. Ήταν χαμόγελο κατανόησης αυτή την φορά, μήπως και νιώσει καλύτερα.
Ο δεύτερος κύριος Δικαστικός Αντιπρόσωπος, που καθόταν δίπλα του, ακούγοντας τον διάλογό μας με κοιτάζει διερευνητικά. Δεν λέει τίποτα όμως. Απλά με κοιτάζει διερευνητικά σαν να προσπαθούσε να δει μέσα από τα μάτια μου.
Και εγώ, ακολουθώντας το παράδειγμά του δεν λέω κάτι. Απλά τον κοιτάζω το ίδιο διερευνητικά… Οι ματιές μας συναντήθηκαν. Κατάλαβε. Ήξερε σίγουρα γιατί ρώτησα. Δεν είχε σημασία πλέον. Αποχώρησα από την αίθουσα γεμάτος ικανοποίηση αφήνοντας την θέση μου μπροστά στο τραπέζι στην μητέρα μου. Είχα μάθει αυτό που ήθελα. Και κάτι ακόμη: Ήξερε ότι ήξερα και αυτό, περιέργως, με γέμιζε με ένα απροσδιόριστο συναίσθημα επιτυχίας.


Λίγα λεπτά αργότερα και ενώ η μάνα ένιωσε, μετά από 2 χρόνια, ξανά πολίτης αυτής της Χώρας, βρισκόμαστε και οι δύο μας στην αυλή του σχολείου.

«Γιατί ρώτησες για την γιαγιά;» είπε γεμάτη περιέργεια.
Απέφυγα την ερώτηση της. «Να πούμε στον Βαγγέλη που έρχεται και αυτός να ψηφίσει να ρωτήσει για την γιαγιά Μαρία.» Δεν χρειαζόταν να ξέρει. Δεν θα ωφελούσε σε κάτι.
«Σιγά μην είναι και αυτή γραμμένη στους καταλόγους» είπε. «Έχει πεθαμένη πάνω από 15 χρόνια.»
Δεν είπα τίποτα. Απλά της χαμογέλασα.
«Γιατί χαμογελάς;» ρώτησε τώρα.
Συνέχισα να μην απαντώ στις ερωτήσεις της. «Κρίμα που δεν ήρθε ο Βασίλης από Αθήνα να ψηφίσει» είπα.
«Γιατί; Μπορεί να έχει κάνει τα χαρτιά του ως ετεροδημότης και να ψηφίσει εκεί» ήταν η άμεση απάντησή της.
«Δεν είναι αυτό. Θα ρωτούσε για τον θείο Σοφοκλή, τον πρόεδρο» είπα αλλά η σκέψη μου χάθηκε στις καταστάσεις των ετεροδημοτών και τις ειδικές εκλογικές καταστάσεις που κανένας ποτέ δεν έχει ελέγξει.
Κατάλαβε αμέσως τι εννοούσα. «Λες να είναι και αυτός γραμμένος και ας έχει 5 χρόνια πεθαμένος;» είπε επιθετικά.
«Τι να πω!» ψέλλισα. «Δεν ξέρω».
«Ξέρεις παιδάκι μου πόσοι έχουν πεθάνει στο χωριό τα τελευταία χρόνια;» είπε ενώ η φωνή της ακουγόταν λυπημένη.
«Πόσοι;» της είπα όλος περιέργεια.
«Πάνω από 30 νοματαίοι. Μέτρα να δεις: Ο Θωμαράφτης, ο Θανάσης, ο Βαγγεληγιάννης που είχε την αλπού, η Τούλα, η Λαζαρίνα, η Σταύραινα, ο Στράτης, η Βαγγελικίτσαινα, η Γουσιοπανάγιο, ο θείος Δημοσθένης με την τεράστια μουστάκα, η θεία Αριστούλα που σου έφερνε το ζυμωτό ψωμί, η Βαρβάρω, η Μπόχταινα, η Γιαννάκαινα, ο Λαμπράκης, ο Μητσιοκώσκας, ο Γιωργοκίτσιος που σου έφτιαχνε μικρός τα σπαθιά, ο Θωμακώτσης που σου έφτιαξε το κομπολόι, η Βάιο, η Ντώναινα, η Ρήνα με τα σουβλάκια, ο Μητσογιώργης με τη Μητσογιώργαινα, ο Νασταστόλης, η Ναστάσαινα…»
«Καλά, καλά… φτάνει» είπα διακόπτοντάς την. «Μην λες άλλους. Πιάστηκε η καρδιά μου με όλους αυτούς που μου θύμισες.»
«Ήταν καλοί άνθρωποι ξέρεις» είπε με παράπονο λες και το ότι έκλεισε ο κύκλος της ζωής τους δεν ήταν μια φυσική εξέλιξη αλλά μια μορφή τιμωρίας για κάτι που είχαν κάνει.
«Όλοι καλοί είναι μάνα» είπα καθώς είναι κάτι που σε γενικές γραμμές το πιστεύω. «Οι κακοί είναι στη φυλακή…» συμπλήρωσα μην προλαβαίνοντας να ολοκληρώσω την πρότασή μου καθώς με διέκοψε.
«Ε! όχι και όλοι…» είπε όλο υπονοούμενο αλλά και με μια δόση αγανάκτησης.
«Εντάξει, εντάξει…» την πρόλαβα. «… εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.» Το είπα περισσότερο για να ικανοποιήσω το περί δικαίου αίσθημα που την διακατέχει. Κάθε φορά που έβλεπε στην τηλεόραση όλους αυτούς που είχαν χάσει τις αποταμιεύσεις τους με το PSI – ανάθεμα και αν ήξερε τι σημαίνει, τις έφτανε μόνο το ότι έχασαν τις οικονομίες τους – να κυνηγούν τον κύριο Αντιπρόεδρο – κεριά και λιβάνια θα έλεγε αν μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη μου – αγαλλίαζε η ψυχή της. «Δεν θα τον πετύχουν καμιά φορά χωρίς να τους περιμένει; Θα τον πετύχουν. Πού θα πάει! Θα τον πετύχουν και τότε θα δει τι εστί βερίκοκο» έλεγε.
«Εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα» μονολόγησε. «Θα έρθει και η σειρά των εξαιρέσεων. Θα έρθει…» και αμέσως, σαν να θυμήθηκε όλους αυτούς που πριν λίγο ανέφερε, συμπλήρωσε όλο παράπονο: «Να δεις που σε λίγο δεν θα μείνει κανείς στο χωριό παρά μόνο τα σπίτια να ’ρημώνουν».
«Έτσι είναι οι ζωή μάνα. Τι να κάνουμε; Πάμε τώρα. Περιμένει ο πατέρας να πιούμε καφέ.»
«Πάμε πρώτα από το νεκροταφείο να ανάψουμε τα καντηλάκια;» με ρώτησε. «Θα ’ρθεις μαζί μου;» είπε και αυτό το «θα ’ρθεις» ακούστηκε σχεδόν παρακαλετό.
«Και δεν πάμε… Μέρα που είναι…» της είπα βγαίνοντας από την αυλή του σχολείου.


Με έπιασε από το μπράτσο και κατεβήκαμε την κατηφόρα αμίλητοι, ο καθένας βυθισμένος στις σκέψεις του.



Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...