Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Το πόκερ της «εκπόρνευσης» *






«Φίλε Γιάννη, το κείμενό σου στο τελευταίο τεύχος του καυτού εγγράφου, ήταν πολύ καλό. Σου αναγνωρίζω μια σαφή προσπάθεια να ξεκαθαρίσεις τη στάση σου. Αφού το κάνεις που το κάνεις το καλό, γιατί δεν ολοκληρώνεις την ανάλυσή σου και δεν την προχωράς ως το τέλος χωρίς φόβο και πάθος ώστε να μπορούμε να μιλάμε σε ύφος διαφορετικό από αυτό που με τον φίλο σου τον Γιάννη μιλάτε;»


Το πόκερ είναι διάσημο παιχνίδι. Πολλοί το ξέρουν, λιγότεροι το παίζουν, ακόμη λιγότεροι ξέρουν τα μυστικά του και ελάχιστοι κερδίζουν.
Σε ένα στρωμένο τραπέζι πόκερ, στο οποίο παίζουν έξι παίκτες (τυχαίος ο αριθμός), είτε είναι επαγγελματίες είτε είναι ερασιτέχνες, δεν μπορούν να κερδίσουν και οι έξι. Κάποιος, τουλάχιστον για αρχή, πρέπει να χάσει όλα του τα χρήματα ώστε να τα κερδίσουν οι υπόλοιποι.
Αυτός που έχασε, λοιπόν, έχει δύο επιλογές: ή να σηκωθεί σαν κύριος από το τραπέζι και να παραχωρήσει τη θέση του σε κάποιον άλλο που περιμένει στη σειρά, ή να βάλει το χέρι του στην άλλη τσέπη και να συνεχίσει το παιχνίδι με τα λεφτά που προόριζε για το νοίκι του.
Τι είναι όμως αυτό που κάνει τον ηττημένο να θέλει, παρά την ήττα του, να συνεχίσει το παιχνίδι; Θέλει να ρεφάρει, να πάρει τα λεφτά του πίσω. Ειδικά στην περίπτωση που δεν έχασε μόνο τα κέρδη του αλλά και μεγάλο μέρος του κεφαλαίου του. Πολλές φορές το έχει πετύχει στο παρελθόν. Άλλωστε όλοι λένε ότι «ο επιμένων νικά». Και το παιχνίδι συνεχίζει και κάποιος άλλος κερδίζει ενώ κάποιος άλλος χάνει.
Καθώς περνά η ώρα αρχίζουν να εμφανίζονται ορισμένες κανονικότητες στο τραπέζι. Δύο από τους έξι παίκτες κερδίζουν πιο συχνά από τους υπόλοιπους. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι οι άλλοι τέσσερις χάνουν πιο συχνά αλλά κανείς δεν δίνει σημασία στους χαμένους. Ας πρόσεχαν. Σημασία έχει ο νικητής.
Με το πέρασμα της ώρας, οι παίκτες του τραπεζιού συνεχώς αλλάζουν: οι ηττημένοι αποχωρούν με σκυμμένα τα κεφάλια και άδειες τσέπες, ενώ τη θέση τους παίρνουν φρέσκοι, κεφάτοι παίκτες, με πίστη στην επιτυχία και γεμάτη τσέπη. Αυτοί που δε σηκώνονται ποτέ από το τραπέζι παρά μόνο για κατούρημα, είναι οι δύο μας φίλοι που μέχρι τώρα συνεχώς κερδίζουν. Στην πιάτσα λένε ότι είναι γρουσουζιά να γυρίζεις την πλάτη σου στην τύχη όταν αυτή «στα φέρνει δεξιά».
Και το παιχνίδι συνεχίζεται. Το παράδοξο είναι ότι αυτοί που συμμετέχουν δεν έχουν αίσθηση του χρόνου, δεν τον αντιλαμβάνονται αλλά δεν αντιλαμβάνονται και τις κανονικότητες που έχουν δημιουργηθεί. Για αυτούς ο χρόνος έχει σταματήσει, δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο το παιχνίδι, τα κέρδη και το ρεφάρισμα.
Αν κερδίσεις μια φορά ίσως ήσουν τυχερός, αν κερδίσεις δύο-τρεις φορές είσαι σίγουρα τυχερός, αν κερδίζεις συστηματικά είσαι ικανός και τότε πραγματικά σου αξίζει.
Το να είναι όμως κάποιος πονηρός είναι στοιχείο ικανότητας και προϋπόθεση της επιτυχίας, της νίκης, των μεγάλων κερδών;
Τι είναι πιο εύκολο, να κερδίζεις χρήματα στο παιχνίδι ή να κερδίσεις όλα τα λεφτά των συμπαιχτών σου και ακόμη περισσότερα χωρίς να το καταλάβουν ώστε να μείνουν «ταπί και ψύχραιμοι»;
Αν ο στόχος του παίχτη-νικητή είναι η χαρά του παιχνιδιού, τότε τα πράγματα είναι απλά. Αν, όμως, στόχος είναι το υπέρμετρο κέρδος, τότε χρειάζεται σχέδιο, στρατηγική και συνεργάτες για να εξασφαλιστεί η επιτυχία. Τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη όταν μιλάμε για λεφτά και όχι για στραγάλια, πόσο μάλλον όταν ο παίχτης μας είναι επαγγελματίας.
Οι κανόνες του παιχνιδιού ήταν εξαρχής γνωστοί σε όλους. Οι κανόνες όμως υπάρχουν προκειμένου να παραβιάζονται χωρίς φυσικά να γίνεται αυτό αντιληπτό.
Στο υποθετικό τραπέζι μας υπάρχει μια αόρατη συνεργασία. Οι δύο τωρινοί μας νικητές ενώ εμφανίζονται ως άγνωστοι μεταξύ τους, στην πραγματικότητα είναι συνεργάτες. Το κόλπο παλιό και σίγουρο. Κερδίζουν δύο, χάνουν τέσσερις και όταν δυσκολέψουν λίγο τα πράγματα, ένας από τους δύο αποχωρεί με μεγάλο μέρος των κερδών χωρίς να δίνει στόχο. Με τον τρόπο αυτό τα κέρδη προστατεύονται.
Το παιχνίδι συνεχίζεται αλλά τώρα δεν είναι μόνο οι ηττημένοι που παραχωρούν τη θέση τους σε νέους παίχτες αλλά και οι νικητές, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Οι μεν, επειδή πρέπει να χάσουν και άλλοι τα χρήματά τους, οι δε, επειδή δεν πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι το παιχνίδι είναι στημένο.
Με τον τρόπο αυτό, οι επαγγελματίες του παιχνιδιού κερδίζουν το παντεσπάνι τους, σε βάρος των αθώων θυμάτων αφού η συγκεκριμένη τακτική, αν και δεν απαγορεύεται, σίγουρα δεν επιτρέπεται.
Το παιχνίδι συνεχίζεται και οι ηττημένοι θέλουν «να πάρουν το αίμα τους πίσω». Δεν έχουν άλλο ρευστό αλλά θέλουν να συνεχίσουν να παίζουν. Ζητάνε να δανειστούν από τους νικητές, με το αζημίωτο βέβαια, και οι νικητές ως έχοντες και κατέχοντες δανείζουν ρευστό. Κάθε δάνειο του νικητή προς τον ηττημένο συνοδεύεται από τόκους, επιτόκια, χρονικά όρια αποπληρωμής καθώς και εμπράγματες εγγυήσεις.
Οι ηττημένοι ξαναχάνουν τα λεφτά τους, τα ίδια χρήματα που πριν λίγη ώρα είχαν χάσει. Οι νικητές ξανακερδίζουν τα χρήματα τους, που πριν λίγη ώρα είχαν ξανακερδίσει. Με μια ουσιαστική διαφορά. Οι μεν διπλασίασαν τα κέρδη τους, οι δε διπλασίασαν τα χρέη τους, τα οποία πρέπει να αποπληρώσουν άμεσα και με τόκο.
Οι ηττημένοι έχουν περιθώριο μερικών ημερών για να βρουν τα χρήματα αλλά δεν βρίσκουν πρόθυμους δανειστές. Κανείς δεν τους δανείζει πλέον.
Ο δανειστής τους, όμως, που περιμένει πίσω τα χρήματα, ξέρει ότι δεν θα πληρωθεί σε ρευστό αλλά δεν ανησυχεί, δεν αγωνιά. Εξαρχής ήξερε ότι δεν θα μπορούσε ο ηττημένος παίχτης να αποπληρώσει˙ άλλωστε αυτός ήταν ο αρχικός στόχος του. Εξαρχής ήθελε το σπίτι, το αυτοκίνητο, το οικόπεδο, που όταν του είχε ζητήσει να τα αγοράσει, του είχε πει «δεν είναι προς πώληση, να πας αλλού». Αυτός όμως ήθελε εδώ όχι αλλού. Ήθελε τα συγκεκριμένα και τίποτα λιγότερο. Αυτά τώρα θα τα αποκτήσει γιατί δεν γίνεται διαφορετικά.
Για τις ανάγκες του παιχνιδιού, κάθε ηττημένος παίχτης θα μπορούσε να δανειστεί από κάποιον τρίτο για να αποπληρώσει. Αρκεί ο τρίτος να πειστεί ότι θα πάρει πίσω τα λεφτά του από την επιχειρηματική, για παράδειγμα, δραστηριότητα που αναπτύσσει ο αιτών το δάνειο. Αν πειστεί, όλα καλά και όλα ωραία. Αν όμως ο τρίτος γνωρίζει ότι ο υπό δανεισμό παίχτης χρωστά πολλά και κατά συρροή, δύσκολα θα διακινδυνεύσει δανειοδότηση. Τα πράγματα γίνονται πολύ δύσκολα στην περίπτωση που ο δανειζόμενος έχει αποδεχτεί ως όρο του παιχνιδιού, κανόνα που παραβιάζει την αυτονομία του, όπως για παράδειγμα το ότι επιτρέπεται να δανείζεται μόνο από άτομα που συμμετείχαν στο παιχνίδι. Σε αυτή την περίπτωση, η μεθόδευση είναι εξαιρετικής έμπνευσης αφού στην αρχή του παιχνιδιού κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί ότι στο τέλος χρήματα θα έχουν δύο συγκεκριμένοι άνθρωποι, αυτοί που έχουν στήσει το colpo grosso.
Στην αρχική φάση του παιχνιδιού που η εξάρτηση του ηττημένου δεν ήταν μεγάλη, ό,τι και να προσέφερε προς πώληση ο ηττημένος γινόταν αποδεκτό ως αντικείμενο αξίας. Με τον τρόπο αυτό, όσο το παιχνίδι συνεχιζόταν και ο ηττημένος συνέχιζε να χάνει και να χρωστάει, τόσο μεγάλωνε η εξάρτησή του απέναντι στον δανειστή του και άλλο τόσο μεγάλωναν και οι απαιτήσεις του δανειστή προς τον δανειζόμενο.
Για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο εξάρτησης δεν αρκεί ένα παιχνίδι λίγων ωρών αλλά πολλά παιχνίδια. Δεν αρκεί ένας μεγάλος παίχτης αλλά πολλοί. Δεν αρκεί μια συγκεκριμένη λέσχη αλλά πολλές (αν και για το τελευταίο δεν είμαι και τόσο σίγουρος). Όσο πιο διαφορετικοί είναι οι παίχτες και ασύνδετοι μεταξύ τους, τόσο πιο εύκολα πετυχαίνει το κόλπο.
Είναι όμως πραγματικά ασύνδετοι οι μεγάλοι παίχτες μεταξύ τους ή μήπως ο μικρός παίχτης δεν καταλαβαίνει αφού κοιτάζει το δέντρο του δάσους και όχι όλο το δάσος που εκτείνεται και πίσω από το βουνό και είναι γεμάτο αρκούδες έτοιμες να τον καταβροχθίσουν;
Και τώρα τι θα κάνει ο μικρός χαμένος παίχτης; Μπορεί να πουλήσει το χρέος του και τον εαυτό του μαζί σε έναν άλλο μεγάλο παίχτη που εμφανίζεται από το πουθενά ως σωτήρας. Στην περίπτωση αυτή πάλι θα χάσει το σπίτι του, το αυτοκίνητο, την επιχείρησή του αλλά με διαφορετικούς όρους από πριν που δεν είναι άμεσα ορατοί και κατανοητοί.
Όλα αυτά βέβαια λαμβάνουν χώρα σε ένα «περιβάλλον» που έχει τους δικούς του κανόνες, όπως αυτοί τέθηκαν στην αρχή του παιχνιδιού, κανόνες όμως που μπορεί να μην ακολουθούν το «νόμιμο δίκαιο».
Αν ο ηττημένος μικρός παίχτης λάβει την απαραίτητη προστασία και αποκαλύψει στις αρμόδιες αρχές και στα δικαστήρια τη μαφιόζικη τακτική που οι κερδισμένοι μεγάλοι παίχτες υιοθετούσαν όλο αυτό το χρονικό διάστημα, τότε θα γλιτώσει την περιουσία του αλλά και την ίδια του τη ζωή αφού το παιχνίδι όπως παιζόταν ήταν εξαρχής, ήταν προϊόν χειραγώγησης, εκβιασμού και απάτης.
Αν, επομένως, ο μικρός ηττημένος παίχτης αντί να ασχολιόταν με το πώς θα διαχειριστεί τη διαδικασία της «εκπόρνευσής» του, μήπως θα έπρεπε να αποδείξει ότι από την αρχή το παιχνίδι ήταν παράνομο, στημένο και μεθοδευμένο, με μόνο ζητούμενο την «εκπόρνευσή» του;
Το μεγάλο δικαστήριο σίγουρα θα δικαιώσει τον μικρό ηττημένο παίχτη, που καθόλου χαμένος δεν είναι, μεταξύ των άλλων και για έναν ακόμα λόγο. Αν χαθεί αυτός ο μικρός ηττημένος παίχτης αλλά και όλοι οι άλλοι μικροί ηττημένοι παίχτες με τη συγκεκριμένη μεθόδευση, το σύστημα δεν θα μπορεί να λειτουργήσει πλέον.
Αν δεν υπάρχουν παίχτες για να χάνουν δίκαια, χωρίς μεθοδεύσεις και απατεωνιές στο παιχνίδι των έξι, από πού θα βρίσκει να κερδίζει δίκαια ο μεγάλος παίχτης;
Αν ο ίδιος ο μεγάλος παίχτης δεν το καταλάβει αυτό ώστε να βάλει φρένο στις όλο και αυξανόμενες απαιτήσεις κέρδους που με κάθε κόστος έχει, κάποιος άλλος πρέπει να του το πει και να τον υποχρεώσει να το εφαρμόσει.
Εν τέλει, στο πόκερ, δεν έχουν σημασία τα πρόσωπα που κερδίζουν ή χάνουν αλλά το ίδιο το παιχνίδι. Τα πρόσωπα περνούν και χάνονται, το παιχνίδι μένει.
Το παιχνίδι υπάρχει για να παίζεται.

Υστερόγραφο
Φίλε Γιάννη, το κείμενό σου στο τελευταίο τεύχος του καυτού εγγράφου, ήταν πολύ καλό. Σου αναγνωρίζω μια σαφή προσπάθεια να ξεκαθαρίσεις τη στάση σου. Αφού το κάνεις που το κάνεις το καλό, γιατί δεν ολοκληρώνεις την ανάλυσή σου και δεν την προχωράς ως το τέλος χωρίς φόβο και πάθος ώστε να μπορούμε να μιλάμε σε ύφος διαφορετικό από αυτό που με τον φίλο σου τον Γιάννη μιλάτε;


*Του Κωνσταντίνου Νάκκα 

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...